Τρίτη, 26 Οκτωβρίου 2021

Ο εμβολιασμός με διαφορετικά εμβόλια, όπως αυτά των εταιρειών Oxford-AstraZeneca και Pfizer-BioNTech, μπορεί να επάγει ισχυρή ανοσιακή απάντηση έναντι στον ιό SARS-CoV-2, σύμφωνα με μελέτη που πραγματοποιήθηκε πρόσφατα.

Τα προκαταρκτικά αποτελέσματα από τη δοκιμή σε περισσότερα από 600 άτομα είναι τα πρώτα που αναδεικνύουν τα οφέλη του συνδυασμού διαφορετικών εμβολίων έναντι του κορονοϊού. Σε πρόσφατη δημοσίευση στο περιοδικό Nature διερευνάται η αποτελεσματικότητα συνδυασμού διαφορετικών εμβολίων.

H βιβλιογραφία ανασκοπείται από τους καθηγητές της Ιατρικής του ΕΚΠΑ Δημήτριο Παρασκευή (αναπληρωτής καθηγητής Επιδημιολογίας και Προληπτικής Ιατρικής) και Θάνο Δημόπουλο (πρύτανης ΕΚΠΑ).

Προς το παρόν, αρκετές ευρωπαϊκές χώρες προτείνουν ήδη σε ορισμένους ή σε όλους τους ανθρώπους στους οποίους χορηγήθηκε η πρώτη δόση του εμβολίου της AstraZeneca, να τους χορηγηθεί η δεύτερη δόση ενός εναλλακτικού εμβολίου. Οι ερευνητές ελπίζουν ότι συνδυαστικά σχήματα εμβολιασμού θα επάγουν ισχυρότερη ανοσολογική απόκριση σε σχέση με τις δύο δόσεις ενός μόνο εμβολίου, απλοποιώντας ταυτόχρονα τις προσπάθειες ανοσοποίησης για χώρες που αντιμετωπίζουν παροδικές ελλείψεις στις προμήθειες διαφορετικών εμβολίων.

«Φαίνεται ότι το εμβόλιο Pfizer ενίσχυσε σημαντικά την ανάπτυξη αντισωμάτων σε εμβολιασμούς με μία δόση του εμβολίου της AstraZeneca», ανέφερε ο Dr. Zhou Xing, ανοσολόγος στο Πανεπιστήμιο McMaster στο Χάμιλτον του Καναδά.

Ετερόλογη ενίσχυση
Ξεκινώντας τον Απρίλιο, η ισπανική δοκιμή CombivacS περιέλαβε 663 άτομα που ήδη είχαν λάβει μία δόση του εμβολίου της Oxford-AstraZeneca, το οποίο χρησιμοποιεί έναν αβλαβή «αδενοϊό» από χιμπατζή ως φορέα για τη μεταβίβαση στα κύτταρα του ξενιστή της πληροφορίας για την παραγωγή της πρωτεΐνης του SARS-CoV-2.

Τα δύο τρίτα των συμμετεχόντων επιλέχθηκαν τυχαία να λάβουν το mRNA εμβόλιο της Pfizer, τουλάχιστον οκτώ εβδομάδες μετά την πρώτη δόση. Η ομάδα ελέγχου 232 ατόμων δεν είχε λάβει την προηγούμενη «ενίσχυση».

Η δεύτερη δόση του εμβολίου mRNA που χαρακτηρίζεται ως «ενισχυτής» βρέθηκε να αυξάνει σημαντικά την ανοσιακή απάντηση των συμμετεχόντων που ήδη είχαν λάβει μία δόση του εμβολίου Oxford-AstraZeneca. Μετά τη δεύτερη δόση, οι συμμετέχοντες άρχισαν να παράγουν πολύ υψηλότερα επίπεδα αντισωμάτων από ό,τι στο παρελθόν και αυτά τα αντισώματα ήταν σε θέση να εξουδετερώσουν το SARS-CoV-2 σε εργαστηριακές δοκιμές. Οι συμμετέχοντες που δεν έλαβαν δεύτερη δόση δεν παρουσίασαν καμία αλλαγή στα επίπεδα αντισωμάτων.

Αυτά τα αποτελέσματα ήλπιζαν να δουν οι ερευνητές μετά τον συνδυασμό διαφορετικών εμβολίων, μία στρατηγική γνωστή ως ετερόλογη ενίσχυση (prime-boost), η οποία έχει εφαρμοσθεί και για εμβόλια άλλων ασθενειών, όπως ο Έμπολα. «Αυτές οι ανοσιακές αποκρίσεις φαίνονται πολλά υποσχόμενες και αναδεικνύουν τις δυνατότητες της στρατηγικής ετερόλογης ενίσχυσης», σημειώνει ο Dan Barouch, διευθυντής του Κέντρου Έρευνας Ιολογίας και Εμβολίων στο Ιατρικό Κέντρο Beth Israel Deaconess στη Βοστώνη των ΗΠΑ.

Ο Dr. Xing τονίζει ότι η ανοσιακή απάντηση μετά την ενίσχυση με τη δεύτερη δόση είναι ακόμη ισχυρότερη από αυτή που επάγεται στα περισσότερα άτομα μετά τη λήψη δύο δόσεων του εμβολίου Oxford-AstraZeneca. Δεν είναι, όμως, ακόμα σαφές αν τα επίπεδα ανοσίας είναι διαφορετικά σε σχέση με εκείνα που αναπτύσσονται μετά από δύο δόσεις εμβολίων mRNA, τα οποία προκαλούν μία ιδιαίτερα ισχυρή ανάπτυξη αντισωμάτων μετά από τη δεύτερη δόση.

Το να χορηγηθούν δόσεις διαφορετικών εμβολίων είναι πιθανό να έχει νόημα. Προκύπτει το ερώτημα, όμως, τι θα συμβεί εάν οι άνθρωποι χρειάζονται μία τρίτη δόση για να παρατείνουν την ανοσία ή να προστατευθούν από αναδυόμενα μεταλλαγμένα στελέχη; Οι επαναλαμβανόμενες δόσεις εμβολίων που βασίζονται σε ιικούς φορείς, όπως αυτό της Oxford-AstraZeneca, τείνουν να είναι λιγότερο αποτελεσματικές, επειδή το ανοσοποιητικό σύστημα επάγει απάντηση έναντι στον αδενοϊό. Αντίθετα, τα εμβόλια RNA ενδεχομένως να προκαλούν ανεπιθύμητες ενέργειες με πρόσθετες δόσεις.

Την περασμένη εβδομάδα, μία μελέτη του Ηνωμένου Βασιλείου που ονομάζεται Com-COV, η οποία εξέτασε τους συνδυασμούς αυτών των δύο εμβολίων, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα άτομα στις ομάδες συνδυασμού παρουσίασαν υψηλότερα ποσοστά ήπιων ανεπιθύμητων ενεργειών, όπως πυρετός, από ό,τι τα άτομα που έλαβαν δύο δόσεις του ίδιου εμβολίου. Στην ισπανική δοκιμή CombivacS, οι ήπιες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν συχνές και παρόμοιες με εκείνες που παρατηρήθηκαν στα τυπικά σχήματα εμβολίων COVID-19. Καμία σοβαρή ανεπιθύμητη ενέργεια δεν αναφέρθηκε.

Πηγή euro2day.gr

Κατηγορία ΥΓΕΙΑ

Ενθαρρυντικά στοιχεία για την αποτελεσματικότητα των εμβολίων της Pfizer και της AstraZeneca. Τα αποτελέσματα έρευνας από το Πανεπιστημιακό Κολλέγιο του Λονδίνου UCL, που έρχονται την ώρα που ινδική μετάλλαξη στο Ηνωμένο Βασίλειο προκαλεί ανησυχίες, δίνει νότα αισιοδοξίας με το 69,7% του ενήλικου πληθυσμού να έχει ήδη λάβει την πρώτη δόση.

Εξαιρετικά ισχυρά

Την ώρα που η ινδική μετάλλαξη «απειλεί» το Ηνωμένο Βασίλειο και η κυβέρνηση έχει αλλάξει στρατηγική στους εμβολιασμούς για τους άνω των 50 ετών και τις ευπαθείς ομάδες - μειώνοντας το κενό μεταξύ των δόσεων από 12 σε 8 εβδομάδες –, ενθαρρυντικά στοιχεία έρχονται από το Πανεπιστημιακό Κολλέγιο του Λονδίνου (UCL). Σύμφωνα με την έρευνα "UCL Virus Watch”, τα εμβόλια της Pfizer/BioNTech και της Oxford/AstraZeneca αποδεικνύονται και στην πράξη εξαιρετικά ισχυρά, καθώς το 99,08% των Βρετανών ανέπτυξε αντισώματα 14 ημέρες μετά τη λήψη και της δεύτερης δόσης του εμβολίου.

Χαρακτηριστικό της αποτελεσματικότητας των εμβολίων είναι ότι από την πρώτη κιόλας δόση το 96,42% των Βρετανών απέκτησε αντισώματα 28 με 34 ημέρες μετά τον εμβολιασμό του. Στην έρευνα που βασίζεται σε πραγματικά δεδομένα συμμετέχουν σχεδόν 9.000 άνθρωποι από Αγγλία και Ουαλία, με μέσο όρο τα 65 έτη, όπως είναι φυσικό από τη ροή των εμβολιασμών στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Καθοριστική η δεύτερη δόση

Σε σύγκριση των δυο σκευασμάτων αποδείχθηκε ότι το εμβόλιο της Pfizer λειτουργεί πιο γρήγορα στην πρώτη δόση σε σχέση με αυτό της AstraZeneca, αλλά μετά από τέσσερις βδομάδες η αποτελεσματικότητά τους είναι πανομοιότυπη. Σύμφωνα με τους ερευνητές, παρατηρήθηκε μειωμένη αντίδραση σε οργανισμούς μεγαλύτερης ηλικίας ή ευπαθών ομάδων στην πρώτη δόση. Όμως το αισιόδοξο είναι, ότι με τη χορήγηση της δεύτερης, όλοι οι οργανισμοί αντέδρασαν το ίδιο και ανέπτυξαν τελικά τα ίδια αντισώματα. Ο επικεφαλής της έρευνας, καθηγητής Μάντι Σρότρι, δήλωσε ότι «είναι αξιοσημείωτο το πόσο καλά δουλεύουν τα εμβόλια, ειδικά αν αναλογιστούμε το πόσο γρήγορα αναπτύχθηκαν».

Στην πλειοψηφία των εμβολιασμών έχουν χρησιμοποιηθεί εμβόλια της Pfizer και AstraZeneca, ενώ από τον Απρίλιο έχουν προστεθεί και τα εμβόλια της Moderna. Από τη πρώτη μέρα στις 8 Δεκεμβρίου και μετά από 6,5 μήνες εμβολιαστικού προγράμματος στο Ηνωμένο Βασίλειο, ήδη έχουν εμβολιαστεί σχεδόν 37 εκατομμύρια άνθρωποι με την πρώτη δόση, ενώ από αυτούς πάνω από 20 εκατομμύρια έχουν λάβει και τη δεύτερη δόση του εμβολίου.

ΠΗΓΗ: DW/ euro2day.gr

Κατηγορία ΚΟΣΜΟΣ

 

Στοιχεία Επικοινωνίας

Ειδησεογραφικό Τμήμα  info@prismanews.gr  

Αθλητικό Τμήμα  info@prismasport.gr 

Τμήμα Πωλήσεων  marketing@prismanews.gr